Πῶς θά ὑποστηρίξουμε ὅτι ὁ Χριστός μας εἶναι ὁ μοναδικός ἀληθινός Θεός;

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011 1:18 μ.μ. Άπό Δωρόθεος Μοναχός

Ἐρώτηση : Πῶς θά ὑποστηρίξουμε ὅτι ὁ Χριστός μας εἶναι ὁ μοναδικός ἀληθινός Θεός; Βάσει ποιῶν πηγῶν καί πῶς θά ἀντικρούσουμε αὐτούς πού πιστεύουν ὅτι ὁ Βούδδας, ὁ Μωάμεθ, ὁ Κρίσνα καί μεταξύ ἄλλων καί ὁ Χριστός εἶναι προφῆτες; 

(Εὐαγγελία)


Ἀπάντηση : Τό νά ὑποστηρίζουμε ὅτι ὁ Κϋριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός, ἀσφαλῶς καί «ἔχει μισθαποδοσίαν μεγάλην» (Ἑβρ. ι΄35). Αὐτό εἶναι τό σωτηριῶδες πίστευμά μας καί ἡ ὕψωση αὐτοῦ στήν ψυχή μας καί ἡ ὁμολογία αὐτοῦ στά χείλη μας συνεπάγεται τή σωτηρία μας: «Καρδία γάρ πιστεύεται εἰς δικαιοσύνην, στόματι δέ ὁμολογεῖται εἰς σωτηρίαν» (Ρωμ. ι΄10). Ὅμως αὐτό πού γιά μᾶς εἶναι τό μεγαλεῖο, γιά ἕναν ἀλλόθρησκο κρίνεται ἄνευ σημασίας, ἀφοῦ οἱ ὀπαδοί τῶν ἄλλων θρησκευμάτων «διαπορευόμενοι ἐν σκότει» (Ψαλ. πα΄ 5/ Α΄Θες. ε΄4-5/ Α΄ Πετρ. β΄9), δέν εἶναι ἄξιοι νά κοινωνήσουν μέ ὑπερφυᾶ μηστήρια τῆς Πίστεώς μας.

Χριστιανισμός ἔστι μετάδοση ἐνεργημάτων πρός ἀνενέργητο λειτουργό ψηχή• μεταλαμπάδευση φωτός πρός ἐσβεσμένο λύχνο νοῦ• κάθοδος τοῦ οὐρανίου πρός τά ἐπίγεια καί ἄνοδος τοῦ ἐπιγείου πρός τά οὐράνια• μέθεξη τοῦ ἀφθαρτίζοντος καί αἰωνίζοντος ἀπό τό φθαρτό καί ἔγχρονο• συναίρεση καί συνταύτιση τοῦ ἐν σαρκί μέ τόν ἐν Πνεύματι• ἀλληλοπεριχώρηση τῆς ὄντως Ζωῆς μέ οὐσία φθαρτή• ὕψωση τοῦ μή-εἶναι πρός τό ὄντως καί ἀπολύτως εἶναι• ἀνάταση καί ἀναγωγή καί διαπόρευση τοῦ δυνάμει εἰς τό ἐνεργείᾳ• μετάδοση πυρός ἀφθάρτου ἐν καμίνῳ κτιστῇ καί προσλήπτω• Χριστιανισμός ἔστι εἰσάπαξ γινόμενο βάπτισμα σέ συνδυασμό μέ ἐπιτελούμενο καθημερούσιο ἀναβαπτισμό• μεταβολή καί μεταστοιχείωση καί μετουσίωση τοῦ ἐνύλου πρός ἄϋλον ἐκλέπτυσιν• Χριστιανισμός ἐστι πίστις βιωματική καί βίωμα πιστευτικό• ἀρραβών τῆς μελλούσης ἐπαγγελίας• πρόγευση τῆς προπτωτικῆς καταστάσεως• βιοτή ἀγγελομίμητος καί οὐρανοπολῖτις. Χριστιανισμός ἐστί καρδία καιομένη καί φλεγομένη πρός τό Ἕν οὗ ἐστι χρεία• ἔφεσις καί πόθος καί ἵμερος καί ὅρως πρός τό πρόσωπον τοῦ Ἠγαπημένου• ἀμετακίνητη στάση πρός τήν ἐκπομπή τῶν θεάσεων Αὐτοῦ καί εὐγνωμονική λήψη τῶν ἐξ Αὐτοῦ δωρημάτων. Χριστιανισμός ἐστι κοινωνία καί ἐκκλησία τῶν ἁγίων πάντων. Χριστιανισμός ἐστι φιλόθεος, φιλασκητική, φιλόμαρτυς πορεία• τό συμπάσχειν μετά τοῦ Χριστοῦ καί συνεῖναι μετ’ Αὐτοῦ.

Λοιπόν ποιό νομίζετε ἀπό ὅλα τά θρησκεύματα (βουδδισμός, ἰνδουισμός, ζαϊνισμός, ταοϊσμός, συντοϊσμός, βραχμανισμός, ζωροαστρισμός, ἀρχαία ἑλληνική θρησκεία), αὐτά πού ἐπαγγέλλονται μία λυτρωτική κοινωνία καί μία ἐσωστρεφῆ ἀναγωγή πρός τό ἐπέκεινα, εἶναι ἄξιο νά ἀντιπαραβληθῆ πρός τή δική μας θεοπαράδοτη Πίστη; Ποιό ἔχει τή δυνατότητα νά κομίση ἀσύγκριτα μεγαλεῖα πνευματικῆς καθαρότητος καί λαμπροφαοῦς ἀκτινοβολίας;

Ἐξαιροῦμε τίς δύο μεταχριστιανικές θρησκεῖες, τόν ταλμουδικό ἰουδαϊσμό καί τό μωαμεθανικό ἰσλάμ, τά δύο ἐθελόκακα τοῦ φόνου καί τοῦ καταναγκασμοῦ θρησκειολογήματα, πού δημιουργήθηκαν μέ ἀποκλειστικό αἴτιο νά πλήξουν τόν λαμπρόφωτο Χριστιανισμό.

Τό ἡμέτερον ἐκφαντορικό Σέβας ὑπερέχει ἔναντι ὅλων τῶν ἄλλων θρησκευμάτων, τόσο ὅσο τό φῶς τῆς ἡμέρας ἀπό τό σκότος τῆς νύκτας. Ὑπερέχει θρησκευτικῶς, ὡς φέρουσα τό πρῶτο χαρακτηριστικό τῆς θρησκείας, τόν λυτρωμό, σύν τήν ἀποκαταλλαγή, καί (τό ὑπερβαῖνον πάντα νοῦν) δώρημα τῆς υἱοθεσίας, ‘Υπερέχει πνευματικῶς, ὡς δημιουργική δύναμη δεσμῶν φιλίας («Ὑμεῖς φίλοι μου ἐστε», (Ἰω. ιε΄14/ Λουκ. ιβ΄4) καί θείου ἔρωτος, ἐξάρσεις μυστικές καί παφλασμούς ἐθελομαρτυρικούς. Ὑπερέχει διανθρωπίνως καί ἐνδοκοινωνικῶς, διότι ὑποτάσσει ἐσωστρεφεῖς καί ἐξωστρεφεῖς τάσεις καί ἀναγωγές, ὑπέρ τῆς ἀγάπης• δέν εἰπώθηκε σέ ἄλλη θρησκεία, ὅτι ὁ μή ἔχων ἀγάπην, οὐδέν ἐστί (Α΄Κορ. ιγ΄2). Ὑπερέχει θεολογικῶς, ἀφοῦ ἐκφράζεται μέ ὅρους ὑπερκοσμίου σημασίας καί καλλονῆς, ἀποδίδον στόν Θεόν προσδιορισμούς ἀβυσσαλέου θεολογικοῦ βάθους καί ἀπροσμέτρητου ὕψους καί ἀσυλλήπτου πλάτους.

Ἑπόμενο εἶναι καί ὁ θεῖος Ἱδρυτής τῆς ἐκκλησίας νά ὑπερέχει ἀσυγκρίτως ὅλων τῶν θρησκευτικῶν μυστῶν, τοῦ Ζωροάστρη, τοῦ Λάο Τσέ, τοῦ Κομφουκίου, τοῦ Βούδδα, τοῦ Ὄσιφι, τοῦ Βισνοῦ, τοῦ Ὀρφέα, τοῦ Πυθαγόρα -ἀπορρίπτουμε ἐς κόρακας τόν Ψευδοπροφήτη, διότι κρίνεται ἄνευ ἀξίας τινός-.  Ὅλοι τοῦτοι πού ἀναζητοῦσαν, μέςῳ θρησκευτικῶν ἀνατάσσεων καί ἀσκήσεων, τόν λυτρωμό καί τήν ἀπελευθέρωση τῆς ψυχῆς τους ἀπό τά δεσμά τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος, νομίζετε πώς θά ἀπέρριπταν Αύτόν πού ἀναζητᾶ ἡ διαιωνία ἀνθρωπότης καί βρίσκει ἀνάπαυση ὅταν Τόν ἐπικαλεῖται; Δέν θέλω νά πιστέψω ὅτι οἱ θρησκευτικοί μύστες τυγχάνουν πωρωμένοι δαιμοναγωγοί, ἀρνούμενοι νά ἀναγνωρίσουν τήν ὑπερέχουσα δύναμη καί τό ἀπερινόητο μέγεθος τῆς ἀγάπης τοῦ Σωτῆρος πού ὁ κόσμος «σώζεται δι’Αὐτοῦ» (Ἰω. γ΄17• ιβ΄47) καί τά σύμπαντα τῆς κτίσεως κρέμονται ἀπό τό ὑπέρτιμο Ὄνομά Του.

Ἄν, παρά ταῦτα, οἱ ὀπαδοί αὐτῶν στέκουν ἐχθρικῶς ἀπέναντι τοῦ Ἀθώου, «τοῦ αἴροντος τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ἰω. α΄29/ Α΄Κορ. ιε΄3), θά εἶναι ἀναπολόγητοι κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως: «ἡ οὖν ἁμαρτία αὐτῶν μένει» (Ἰω. θ΄41). Πῶς νά τό διανοηθῶ; Ἐκεῖνοι μέν φυλακισμένοι στόν ἄδη, ἀτενίζουν τόν Λυτρωτή νά τούς ἐλευθερώνει, κατά τήν κάθοδό Του στόν τόπο τῆς βασάνου, ὑψώνουν φωνή εὐγνωμοσύνης πρός Αὐτόν, ἐνῶ οἱ ὀπαδοί τῶν θρησκευτικῶν μυστῶν φθείρονται στόν φανατισμό καί σαπίζουν στήν ἀπιστία.

Σκέφτομαι πώς οἱ θρῆσκοι, σέ ὅποια θρησκεία καί νά ἀνήκουν κάποια στιγμή θά τούς ἀπασχολήσει ἡ προσωπικότης τοῦ Κυρίου μας. Ἴσως καί νά συνέκριναν τόν θρησκευτικό ἀρχηγό τους μέ τόν καθ’ἡμᾶς Ἀρχηγό τῆς ζωῆς καί Σωτῆρα πάντων τῶν θελόντων σωθῆναι. Καί θά ἀναλογίστηκαν ὅτι κανείς ἱδρυτής θρησκείας δέν ὑπέστη ἐξευτελιστικό θάνατο, πλήν τοῦ Κυρίου ἡμῶν, καί δή χωρίς νά στοιχειοθετεῖται εἰς βάρος Του κάποια κατηγορία.

Ἐάν συνεχίσουμε νά προβαίνουμε σέ συγκρίσεις τοῦ Χριστοῦ μας μέ τούς ἱδρυτές τῶν ἄλλων θρησκειῶν, δέν θά ἀναδειχθῆ μόνο τό ἠθικό μεγαλεῖο τοῦ λατρευτοῦ Κυρίου μας, ἀλλά καί θα στερεωθοῦμε ἐπί πλέον καί πλέον στήν πεποίθηση ὅτι Αὐτός ἐστι «ὁ μοναδικός ἀληθινός Θεός», ὅπως γράφετε.

Τόν Ἰησοῦ Χριστό, Θεόν ὄντα ἀγάπης καί δικαιοσύνης, ὅσοι Τόν κατατάσσουν μεταξύ τῶν προφητῶν –τοῦτο πράττουν οἱ μωαμεθανοί, γιά νά Τόν ὑποβιβάσουν, ἀλλά καί νά προσδώσουν κῦρος στόν δικό τους ψευδοπροφήτη-διαπράττουν βλασφημία. Διότι ὁ Χριστός φέρει μέν τά τρία ἀξιώματα (τό Προφητικό, τό Ἀρχιερατικό, τό Βασιλικό), κατά τό ἀνθρώπινο, πλήν ἡ θεία ὑπόσταση τοῦ Κυρίου μας, ὑπερβαίνουσα ἀποσμετρήτως τίς ἀνθρώπινες ἰδιότητες, δέν εἶναι δυνατόν νά περιορίζεται σέ πλαίσια ἀνθρωπίνης περατότητος.

Τόν Ἰησοῦ Χριστό ὀφείλουμε νά δεχθοῦμε ὡς Θεό ἀληθινό καί ὄχι ὡς κάποια ἔστω ἠθικῶς ἀκέραια προσωπικότητα. Ὁ Χριστός ἤ εἶναι Θεός Παντοκράτωρ, Δημιουργός τῶν πάντων, Υἱός Θεοῦ, Μεσσίας καί Λυτρωτής, ἤ δέν εἶναι τίποτα. Μάλιστα, ἐάν δέν εἶναι Θεός, τότε κατηγορεῖται ὅτι παραπλάνησε ἑκατομμύρια ἀνθρώπους νά μαρτυρήσουν ἐπό τῷ ὀνόματι Αὐτοῦ.

Ὥστε ἄν ὁ Κύριος Παντοκράτωρ ἐξομοιωθῆ μέ τούς θρησκευτικούς μύστες καταργεῖται ἡ θεότης Αὐτοῦ. Ἀντιλαμβάνεστε, ἡ πράξη τούτη κρινόμενη ὡς αὐτόχρημα ἐχθρική καί θεομάχος, τοποθετεῖ τούς οὕτω πράσσοντα ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Καί ποιός εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἀρχηγός πού θά τολμοῦσε νά σταθῆ ἀπέναντί Μου : «Τίς ἀντιστήσεταί Μοι, καί τίς οὗτος ποιμήν, ὅς στήσεται κατά πρόσωπόν Μου;» (Ἰερ. κζ΄44), ἐρωτᾶ Κύριος Παντοκράτωρ. Ὅσα βλασφήμων στόματα ξερνοῦν κατά τοῦ Χριστοῦ, «οὐ προκόψουσιν ἐπί πλεῖον• ἡ γάρ ἄνοια αὐτῶν ἔκδηλος ἔσται πᾶσιν» (Β΄Τιμ. γ΄9), καί θά ἰδοῦν, κατά τήν φρικτή ἐκείνη ἡμέρα τῆς Κρίσεως, νά ἐκτίθεται ἐνώπιον πάντων τά πονηρά καί χριστομάχα πεπράγμένα τους• τότε «ὄψονται εἰς Ὅν ἐξεκέντησαν» (Ἰω. ιθ΄37/ Ἀπ. α΄7). Τότε θά διδαχθοῦν ἐναργῶς, ὅτι τόν Δημιουργό Πατέρα μας δέν εἶναι δίκαιο νά ἀντιμετωπίζουν περιφρονητικῶς καί ταπεινωτικῶς, διότι «Θεός οὐ μυκτηρίζεται» (Γαλ. στ΄7).

Ὅσο καί νά διεξέλθη τις τά τῶν θρησκευτικῶν μυστῶν, δέν θά συναντήσει κάποια ἀναφορά σέ ἄναρχο Πατέρα, βεβαίως οὔτε σέ δυνατότητα ἐπικοινωνίας μέ Αὐτόν. Ἐνῶ ὁ Ἰησοῦς Χριστός, Ὥν «εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως. (Κολ. α΄15/ Β΄Κορ. δ΄4), ἔχει τήν ἐξουσία νά μᾶς ἀποκαλύψει τόν Πατέρα : «ὧ ἐάν βούληται ἀποκαλύψαι», (Λουκ. ι΄22/ Ματ. ια΄27). Μόνο ὁ Διδάσκαλος ἡμῶν, τέλειος Θεός καί τέλειος Ἄνθρωπος, Ὅστις «ἐξῆλθεν ἀπό Θεοῦ» Πατρός καί πορεύεται πρός Αὐτόν (Ματ. ιε΄24 /Λουκ. δ΄18/ Ἰω. ε΄36, 37• στ΄44, 57• η΄18, 42• ια΄42• ιβ΄49• ιγ΄3• ιδ΄12, 24, 28• ιστ΄27 -30• ιζ΄8, 18, 21, 23, 25• κ΄21/ Πρ. γ΄20, 26/ Α΄Ἰω. δ΄14), ὤν «εἰς τόν κόλπον τοῦ Πατρός, μονογενής Υἱός» (Ἰω. α΄18), ἔχει τήν ἐξουσία νά μᾶς προσαγάγη πρός Αύτόν : «Οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα εἰ μή δι’ Ἐμοῦ» (Ἰω. ιδ΄6•, στ΄37• ιδ΄23). Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Πατρός πρεσβεύει ὑπέρ ἡμῶν τῷ Πατρί καί ἡ πρεσβεία Αὐτοῦ ἐστι δυνατή, ὑπερβαίνουσα ἀπειράκις τίς προσευχές ὅλων τῶν ἁγίων τῶν ἀπ’ αἰῶνος: «Παράκλητον ἔχομεν πρός τόν Πατέρα, Ἰησοῦν Χριστόν δίκαιον• καί Αὐτός ἱλασμός ἐστι περί τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν. Οὐ περί τῶν ἡμετέρων δέ μόνον, ἀλλά καί περί ὅλου τοῦ κόσμου» (Α΄Ἰω.β΄1-2. Βλ. καί Λουκ. κβ΄32, 41, 44/ Μαρ. ιδ΄32, 35).

Διά τοῦ Χριστοῦ ἀποκαταλλασσόμεθα μέ τόν Πατέρα. Πού σημαίνει ὅτι αἴρεται ἡ ἔχθρα καί ἐπέρχεται συμφιλίωση. Ὁ Χριστός διά τοῦ Σταυρικοῦ Του πάθους ἑνώνει «τούς μακράν καί τούς ἐγγύς» (Ἐφ. β΄16), τοὐτέστιν τά ἐπουράνια μέ τά ἐπίγεια, τούς δικαίυς μέ τούς ἁμαρτωλούς• τά ὄντα πάντα, οὐράνια -ἐπίγεια –καταχθόνια, προσήγαγε στόν Πατέρα, παρέχοντας σ’αὐτά τό δώρημα τῆς υἱοθεσίας• ἄν δέ οἱ καταχθόνιοι, τῷ τρόπῳ καί τῷ τόπῳ, ἀποποιοῦνται τῆς χάριτος αὐτῆς, μ’αὐτό δέν καταργεῖται ἡ δύναμη τῆς Σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου μας. Μέ κοινό σημεῖο ἀναφορᾶς τή θεανθρώπινη ὑπόσταση τῆς θεανδρικῆς ἐνδελεχείας καί παρουσίας τοῦ Κυρίου μας, τά οὐράνια καί τά ἐπίγεια ἀποκτοῦν τήν σταθερά καί βεβαία δυνατότητα ἀποκαταλλαγῆς καί συμφιλιώσεως. Διά τοῦ Χριστοῦ ἀποκλειστικῶς καί μόνως καί ἀνεκκλίτως μᾶς δωρίζεται ἡ δυνατότης ἀποκαταλλαγῆς. Το αἷμα τοῦ Σωτῆρος ἀποκαθιστᾶ τήν ἁρμονία στή σχέση τῶν διεστώτων : “… καί δι’ Αὐτοῦ ἀποκαταλλάξαι τά πάντα εἰς Αὐτόν, εἰρηνοποιήσας διά τοῦ αἵματος τοῦ σταυροῦ Αὐτοῦ δι’Αὐτοῦ, εἴτε τά ἐπί τῆς γῆς εἴτε τά ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Καί ἡμᾶς ποτέ ὄντας ἀπηλοτριωμένους καί ἐχθρούς τῇ διανοίᾳ ἐν τοῖς ἔργοις τοῖς πονηροῖς, νυνί δέ ἀποκατήλλαξεν ἐν τῷ σώματι τῆς σαρκός Αὐτοῦ διά τοῦ θανάτου» (Κολ. α΄20 -22).

Οὕτω τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας προσσεφέρθη στήν κτίση – ποίαις ὅμως χερσί νά το δεχθῆ; -- ὡς τοῦ μόνου Παντευεργέτου ἱλασμός καί ἀποκατάσταση• προσεφέρθη καί στον Πατέρα -ἰκανοποιεῖται ὁ οὐράνιος Πατήρ τοῦ Κυρίου μας μέ τό αἷμα τοῦ Υἱοῦ Του; -, ὡς ἀκροτάτως καί ὑπερεχόντως δυνατή πρέσβευσις ὑπέρ συμπάσης τῆς κτίσεως. Δέν προσεφέρθη καί πρός τόν καταδυναστεύοντα τόν ἄνθρωπο δαίμονα, διότι αὐτός στό ἄκουσμα καί μόνο τῆς ἀναφορᾶς τοῦ αἵματος τοῦ Θεοῦ, φρίττων καί τρέμων καταράσσεται. Ταῦτα θεηγόρως καί ὑψηλοτάτως πεφιλοσόφηται παρά τῷ παμμεγίστῳ Γρηγορίῳ τῷ Θεολόγῳ.

Διά τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, παρότι «ἐκ μέρους γινώσκομεν» (Α΄Κορ. ιγ΄9)- οὐδέν κτίσμα γνωρίζει ἐμφανῶς «τό ἐκ τοῦ κρυφίου τόν Ὑπερούσιον εἰς τήν καθ’ ἡμᾶς ἐμφάνειαν ἀνθρωπικῶς οὐσιωθέντα προεληλυθέναι. Κρύφιος δέ ἐστι καί μετά τήν ἔκφασιν, ἤ, ἵνα τό θειότερον εἴπω, καί ἐν τῇ ἐκφάνσει• καί τοῦτο γάρ Ἰησοῦ κέκρυπται, καί οὐδενί λόγῳ οὔτε νῷ τό κατ’ Αὐτόν ἐξῆκται μυστήριον, ἀλλά καί λογόμενον ἄρρητον μένει καί νοούμενον ἄγνωστον» (Ἀρεοπαγιτικά Γαϊῳ Β΄ΡΕ 3, 1069 Β καί Περί οὐρανίου Ἱεραρχίας ΙΓ΄3, αὐτ. 300 -301) -, ὅμως παραδίδεται στήν κτίση ἀπερινόητος πρεσβηίς παρρησία. Ὤ τῶν ἀνεξιχνιάστων μηστηρίων! Ὁ Πατήρ τοῦ Χριστοῦ εἶναι καί δικός μας Πατέρας, ὁ Θεός τοῦ Χριστοῦ γίνεται καί δικός μας Θεός (Ἰω κ΄17). Ὄντες φίλοι τοῦ Χριστοῦ μυούμεθα σέ ὅσα Αὐτός ἀποκαλύπτει περί τοῦ Πατρός (Ἰω. ιε΄15• βλέποντες τόν Χριστόν, βλέπουμε τόν Πατέρα : «ὁ ἑωρακώς Ἐμέ ἑώρακε τόν Πατέρα» (Ἰω. ιδ΄9• στ΄46), ἀφοῦ στήν θεανδρική ὑπόσταση τοῦ Χριστοῦ ἀντανακλᾶται ἡ θεάρχιος, ἀλλ’ἀνεικόνιστος, ὑπόστασις τοῦ Πατρός• τό εἶπε γάρ τό ἀψευδές στόμα τοῦ Κυρίου μας: «ἐν Ἐμοί ὁ Πατήρ κἀγώ ἐν Αὐτῷ» (Ἰω. ι΄38• ιδ΄10, 11• ιζ΄21). Οἰκοθεν νοεῖται, τά τοῦ Πατρός πάντα εἶναι καί τοῦ Υἱοῦ : «Πάντα ὅσα ἔχει ὁ Πατήρ ἐμά ἐστι», λέει ὁ Χριστός (Ἰω. ιστ΄15• ιγ΄3)• ἑπομένως ἡ ἐξουσία εἶναι μόνον τοῦ Χριστοῦ ἐπί τῶν πιστῶν, δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη – «καθώς ἠγάπησέν Με ὁ Πατήρ, κἀγώ ἠγάπησα ὑμᾶς» (Ἰω. ιε΄9) -•  Αὐτός μόνος δύναται νά χορηγήση, σύ τίς δωρεές καί τόν τόπον τῆς παραδεισίου εὐφροσύνης : «Πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν» (Ἰω. ιδ΄2/ Ματ. κ΄23).

Μετά τήν παράθεση τούτων τῶν χριστολέκτων χωρίων, τῆς οὔσης ἐναργοῦς καί ἀσυνέφου θείας ἐκφαντορίας μυστηρίων, κατανοοῦμε, κατά τό ἐνόν, ὅσα δηλαδή εἶναι δυνατόν νά περιχωρέσουν στό ρηχό νοητικό μας σκεῦος, ὅτι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Πατρός εἶναι «πρός τόν Πατέρα» (Α΄ Ἰω. α΄2/ Ἰω. α΄1). Οἱ δύο ἀσυγχύτως καί ἀτρέπτως ἑνωμένες Ὑποστάσεις ἀλληλεπιγινώσκονται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι : «Οὐδείς ἐπιγινώσκει τόν Υἱόν εἰ μή ὁ Πατήρ, οὐδέ τόν Πατέρα τις ἐπιγινώσκει εἰ μή ὁ Υἱός» (Ματ. ια΄27/ Λουκ. ι΄22 / Ἰω. α΄18 • ι΄15). Ἅγιον Πνεῦμα τό τρίτο πρόσωπο τῆς Παναγίας Τριάδος, τό Ὁποῖο «ἐρευνᾷ καί τά βάθη τοῦ Θεοῦ» (Α΄Κορ. β΄10 -11), λαμπρύνει, ὑψώνει καί ἐξαγιάζει τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Βαβαί τῶν καινῶν μυστηρίων καί παραδόξων θαυμάτων, πού λαμβάνουμε ἐμπειρία ζωόδωρον καί συνδιαιωνίζουσα!

Ἀπό τόν ὠκεανό τῆς γνώσεως, πού μᾶς ἀποκαλύπτει ἡ σοφοποιός καί σοφίζουσα Δύναμις εἶναι τό ἐλάχιστον, λόγῳ πού ὁ ἄνθρωπος δέν διαθέτει ἀνάλογες ψυχοπνευματικές δυνατότητες – «Ἔτι πολλά ἔχω λέγειν ὑμῖν• ἀλλ’οὐ δύνασθε βαστάζειν ἄρτι» (Ἰω. ιστ΄12) - . Δέν εἶναι δυνατόν τά θεῖα μυστήρια νά περιγραφοῦν• πολλά πού ἀγνοοῦμε ὀφείλονται σέ ἀνεξερεύνητες θεῖες βουλές, πού γνωρίζουν οἱ ὑπέρτερες ἡμῶν δυνάμεις, ἀλλά κι’αὐτές δέν γνωρίζουν σέ βάθος : «Οὐκ ἐν τῇ καθ’ἡμᾶς γνώσει πάντα τά θεῖα περιγράφεται, πολλά δέ τῶν ἐφ ἡμῶν ἀγνοουμένων, αἰτίας ἔχει θεοπρεπεῖς, ἡμῖν μέν ἠγνοημένας, ἐπιστητάς δέ ταῖς ἡμῶν κρείττοσι τάξεσι. Πολλά δέ καί τάς ὑπερτάτας οὐσίας λέληθε, καί πρός μόνης ἀκριβῶς ἔγνωσται τῆς πανσόφου καί ζωοποιοῦ θεαρχίας» (Ἀρεοπαγιτικά Περί Ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας Ζ΄11, PG 3, 568A).

Ὅθεν ποιόν θρησκευτικό μύστη, ποιόν ἱδρυτή θρησκείας, ποιόν θρησκειόληπτο ὁδηγό θά πρότεινε ἡ θρησκεολογία πᾶσα, νά ἀντιπαραβληθῆ μέ τόν δικό μας «Ἀρχηγόν καί Τελειωτήν Ἰησοῦν» (Ἑβρ. ιβ΄2) :  Ποιός ἀπ’ὅλους θά πίστευε πώς εἶναι ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὅτι φέρει τό βαρυτίμητο ὄνομα τοῦ Μεσσία, ὅτι τοῦ ἀνετέθη ἀπό τόν οὐράνιο Πατέρα νά σώση καί νά κρίνη τόν κόσμο, Τίνος ἡ ἀναφορά τοῦ ὀνόματος γίνεται πρόξενος εὐφροσύνης καί ἀγαλλιάσεως, πλήν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ; Ἰσχυρίστηκε ποτέ κανείς ἀπ’ αὐτούς, ὅτι «Ἐγώ καί ὁ Πατήρ ἕν ἐσμεν» (Ἰω. ι΄30• ιζ΄11, 21, 22) καί ὅτι «Ἐδόθη Μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καί ἐπί γῆς» (Ματ. κη΄18/ Ἰω. γ΄35• ιγ΄3• ιζ΄2/ Α΄Κορ. ιε΄27/ Ἑβρ. α΄2• β΄8);  Ἀπαίτησε κανείς τους θεϊκή τιμή, ἰσάξια μέ τοῦ Πατέρα : «Ὁ μή τιμῶν τόν Υἱόν οὐ τιμᾶ τόν Πατέρα» ( Ἰω. ε΄23); Ποιός, τέλος, ἀξίωσε θεϊκή ἀναγνώριση, ὡς Θεός λατρευτός, παρά μόνο ὁ Ἰησοῦς Χριστός; (βλ. Ματ. η΄39• ιζ΄18/ ‘Ιω. α΄1• ι΄33• κ΄28 / Πρ. ιζ΄23• κ΄28/ Κολ. β΄9 – Α΄Τιμ. α΄11). Ὥστε ὁ καθ’ἡμᾶς Κύριος Σωτήρ ὑπερέχει τῶν λοιπῶν θρησκευτικῶν μυστῶν ὅσο ὁ οὐρανός ἀπό τή γῆ.

Στόν Ἰησοῦ Χριστό, τά τρία ἀξιώματά Του, πού ἀνεφέρθησαν ἤδη (Βασιλικό, Ἀρχιερατικό, Προφητικό), συνάπτονται μέ ἀνάλογους Προφητικούς αἰνιγμούς καί Εὐαγγελικές ἐπαληθεύσεις πού ἐξανύονται σέ ἀσύλληπτα μεγάλες ἐπιφάνειες θεολογικῆς γνώσεως.

Τό Βασιλικό ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ μας περιλαμβάνει ἰδιότητες πού ξεκινοῦν ἀπό τόν δοῦλο καί κορυφώνονται στό ἰδίωμα τοῦ αἰωνίου καί ἀκαταλύτου Βασιλέως. Ἀσφαλῶς  σέ νοῦ ἀνθρώπου ἀμυήτου τοῦτο κρίνεται ἀντιφατικό καί παράδοξο, ἀφοῦ ἡ συναίρεση τῶν δύο ἰδιωμάτων δημιουργεῖ τήν αἴσθηση τοῦ παραλόγου. Ὅμως καί τοῦ ὑπερλόγου, τοῦ ὑπέρ φύσιν ἀπερινοήτου μυστηρίου, πρός τό ὁποῖον, βεβαίως, καί συγκλίνουν οἱ Εύαγγελιοπροφητικές ρήσεις. Αἴφνης τοῦ Πέτρου μας ἡ ἀπορία – «Κύριε, Σύ μου νίπτεις τούς πόδας; …οὐ μή νίψῃς τούς πόδας μου εἰς τόν αἰωνα» -- διατυπώνεται ἐπί τῇ βάσει τοῦ παραλόγου• ἀντίθετα ἡ ἀνεπιφύλακτη ἔκφραση, «Κύριε, μή τούς πόδας μου μόνον (νά νίψης), ἀλλά καί τάς χεῖρας καί τήν κεφαλήν» (Ἰω. ιγ΄6-9), μεταβαίνει ἀπό τήν ἀπόθεση τοῦ παραλόγου στήν ὕψωση πρός τό ὑπέρλογο. Ὁ Λυτρωτής, γιά νά ἐλευθερώση τό ἀδαμιαῖον γένος, ἀναλαμβάνει νά ὑποδυθῆ τήν μορφήν δούλου : «μορφήν δούλου λαβών» (Φιλ β΄7 /Ἠσ. νβ΄13 /Ἰεζ. λζ΄25 :  «δοῦλος -ἄρχων εἰς τόν αἰῶνα»). Διό καί ἕπεται, ἡ ἀκροτάτη ὑπερύψωσις (βλ. Φιλ. β΄9) τοῦ Βασιλέως τῆς δόξης. Εἶναι βασιλεύς ὁ Χριστός, ὄχι κατά τήν νοοτροπία τῶν ἰουδαίων (βλ. Ἰω. στ΄15• ιη΄36). Ὁ Χριστός, «μακάριος καί μόνος Δυνάστης, Βασιλεύς βασιλευόντων καί Κύριος –κυριευόντων» (Α΄Τιμ. στ΄15) εἶναι ὁ «Βασιλεύς τῶν αἰώνων» (Α΄Τιμ. α΄17), ἐρχόμενος «ἐν δυνάμει» (Μαρ. θ΄1/ Λουκ. κβ΄18), ὅπως καταργήσει «πᾶσαν ἀρχήν καί πᾶσαν ἐξουσίαν καί δύναμιν», ὥστε νά παραδώσει τή βασιλεία τῶν βασιλευομένων πιστῶν «τῷ Θεῷ καί Πατρί» (Α΄ Κορ. ιε΄24 /Ἀπ. κ΄11). Βασιλεία ἀτελεύτητος καί ἀνεπισκίαστος (Λουκ. α΄33), καί μή οὖσα «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» (Ἰω. ιη΄36).

Τί θαῦμα ἀκαταλήπτου διανοίας ! Ὁ Χριστός σμικρύνει καί ἀποκρύβει Ἐαυτόν καί τά ἔργα Του (βλ. Σειρ. ια΄4), ὥστε νά γίνη οἰκεῖος καί εὐκόλως ἀποδεκτός. Τέτοια προσωπικότητα, ὅμοια μέ τόν ἄνθρωπο, ἐκτός ἁμαρτίας, πρόθυμη νά κατέβη ἀπό τόν ἀϊδίως ἄφθαρτο καί ἀνώλεθρο θρόνο της, περιπτυσσομένη τήν πάσχουσα καί ἀπολύμενη ἀνθρωπότητα, ἐμπνέει ἐμπιστοσύνη ἀνεπιφύλακτη.

Τό Ἀρχιερατικό ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ οὐσιῶδες χαρακτηριστικό τῆς θεαθρωπίνης διπλόης. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ «ἐλεήμων καί πιστός Ἀρχιερεύς»( Ἐβρ. β΄17), πού μεσιτεύει δυνατά πρός τόν Πατέρα καί, ἀσφαλῶς ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων ἐπιτυγχάνεται διά τοῦ ἰλασμοῦ καί τῆς θυσίας, ὄχι ζώου ἤ κάποιου εἴδους καρποῦ, ἀλλά Αὐτοῦ τοῦ ἀκηράτου Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὥστε ὁ «μέγας Ἀρχιερεύς» (Ἑβρ. δ΄4) ἡμῶν, τό παραδοξότατον, νά διατελῆ, συνάμα, θύων καί θυόμενος, «άπόστολος καί ἀρχιερεύς τῆς ὁμολογίας ἡμῶν» καί τῆς λειτουργίας ἡμῶν ( Ἑβρ. γ΄1).  Καί τί δέσμες ἀκτίστων ἐνεργειῶν ἐκπέμπονται ἀπό τό ὑπέρ πάντας τούς ἡλίους φωτεινότερο φῶς τοῦ προσώπου Του, καί πῶς οἱ ὑπέρ τῆς κτίσεως ἐκφωνούμενες ὑπ’Αὐτοῦ δεήσεις καί πρεσβεύσεις διασχίζουν τά σύμπατα καί τούς τῶν αἰώνων αἰῶνες, χωρίς ἐνδεχόμενη παύση ἤ μείωση. Νά τεθοῦν ἐνώπιον τοῦ οὐρανίου Πατρός, ὡς ἡ ἀκαταλήπτως καί ἀφθίτως ἐνεργοῦσα φωνή τοῦ Λόγου. Δεήσεις διεπόμενες ἀπό φιλανθρωπία, ἀπό εὐσπλαχνία, ἀπό συμπάθεια, διότι ὁ Ἀρχιερεύς ἡμῶν «εἶναι εὐσυμπάθητος, δυνάμενος συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν» ( Ἑβρ. ζ΄15)• ἀπό δέ σύνολη τήν τάξη τῶν, ἀπ’αἰῶνος καί ἄχρι τοῦ νῦν, ἀρχιερέων, μόνο ὁ Σωτῆρας μας διεπέρασε τούς οὐρανούς («διεληλυθότα τούς οὐρανούς», Ἑβρ. δ΄14) καί μόνο Αύτός προσφέρει θυσία διηνεκῆ τό τίμιον αἷμα Του («μίαν ὑπέρ ἁμαρτιῶν προσενέγκας θυσίαν εἰς τό διηνεκές... μιᾷ γάρ προσφορᾷ τετελείωκεν εἰς τό διηνεκές» Ἑβρ. ι΄11, 14). Ὁ Χριστός μας, ἀπαράμιλλος καί ἀσυγκρίτως ὑπέρτερος τῶν πάντων, προσφέρει ἀρχέτυπον εἰκόνα ἐπί πάντων: στούς ἱερεῖς τοῦ Νόμου «ἐν ὑποδείγματι καί σκιᾷ» (Ἑβρ. η΄5), στούς δέ ἱερεῖς τῆς Πίστεως τήν ζωντανή, διά τοῦ ἐνδελεχισμοῦ καί ἀναμνήσεως, εἰκόνα τῆς Σταυρικῆς θυσίας Αὐτοῦ (: «τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν Ἐμήν ἀνάμνησιν», Λουκ. κβ΄19 /Α΄Κορ. ια΄24, 25). Ἄρα ὁ Χριστός δέν εἶναι δυνατόν νά κατηγοριοποιηθῆ ἱερεύς ἐπιγείων θυσιῶν καί δεήσεων• «εἰ μέν γάρ ἦν ἐπί γῆς, οὐδ’ἄν ἦν ἱερεύς» (Ἑβρ. η΄4). Ἐάν τό κέντρον τοῦ Θεοῦ εἶναι πανταχοῦ καί ἡ περιφέρεια οὐδαμοῦ, ὅμως ὁ Χριστός μας, ὡς ὁ Πρωτότοκος τῆς κτίσεως ἁπάσης καί φέρων τήν ἐξηγιασμένην σάρκα τῆς ἐπί γῆς παρουσίας Του, ἐγκαινιάζει «ὁδόν πρόσφατον καί ζῶσαν», τοὐτέστιν θεϊκό ἱερουργίας ἔργο «ἐπί τόν οἶκον τοῦ Θεοῦ» (Ἑβρ. ι΄21, 20), τοπικῶς ἀπροσδιόριστο, ἀσφαλῶς. Ὁ Κύριος ἡμὼν, ὅπως δέχθηκε ἐπί τοῦ ἀχράντου σώματός Του τήν περιτομή, ὀμοίως ὑποδύετα τόν ἱερέα. Οὕτω προσέρχεται στόν Τίμιο Πρόδρομο καί δέχεται διά τῆς χειροθεσίας ἐκείνου τή μεταβίβαση τῶν ἀνθρωπικῶν δωρημάτων, καί τοῦ ἱερατικοῦ, ὅπως καί οἱ ὑπό Μωυσέως ἱερεῖς (Ἔξ. λ΄30 ἑ. /Λευ. κεφ. η΄), ἀναγνωριζόμενος ὡς «ἱερεύς κατά τήν τάξιν Μελχισεδέκ» (Ἑβρ. ε΄15).

Τό τρίτο ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό Προφητικό. Πού σημαίνει ὅτι ὁ Χριστός μας, μεταξύ τῶν πολλῶν ἄλλων ἀνεξαριθμήτων ἰδιοτήτων φέρει καί τήν ἰδιότητα τοῦ Προφήτου. Μή νομίζουμε ὅτι τό προφητικόν ἰδίωμα περιορίζεται μόνο στό προορᾶν, ἀλλά καί εἰς τό εἰσδύειν στά μυχαίτατα τῆς καρδίας, κατά τόν προσφυᾶ λόγον τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὅτι οἱ Προφῆτες θεωροῦν «ὄχι μόνο τά μέλλοντα, ἀλλά καί τῶν παρόντων τά λανθάνοντα». Ὁ Κύριος μας, ὡς Θεός, ἀληθινός, «ὁ ἐρευνῶν νεφρούς καί καρδίας» (Ἀπ. β΄23/ Ἰω. κα΄17/ Ψαλ. Ζ΄9/ Ἰερ. ιζ΄10• κ 12), γνωρίζει τά πάντα, τά τε παρελθόντα, τά τε γινόμενα, τά τε ἐσόμενα. Εἶναι πολλοί οἱ προφητικοί λόγοι τοῦ Κυρίου, ὥστε νά μᾶς παρέχεται ἡ δυνατότης σχηματικῆς κατατάξεως, σε προσοστιαία κλίμακα, τῶν λόγων Του, ποιοί ἀπ‘ αὐτούς ἀναφέρονται στό παρελθόν, ποιοί στό παρόν, ποιοί στό μέλλον: 20% τοῦ παρελθόντος (πρίν Ἀβραάμ γενέσθαι Ἐγώ εἰμι», Ἰω. η΄58)• 50% ἐπί τῶν παρόντων (μή κλαίετε• οὐκ ἀπέθανεν», Λουκ. η΄52), μαζί καί τοῦ αἰωνίου παρόντος («ὁ Πατήρ Μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται», Ἰω. ε΄17)• 30% ἐπί τοῦ μέλλοντος, «τότε φανήσεται τό σημεῖον τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνρθώπου», Ματ. κδ΄30). Πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν ἐκφέρει τινάς τῶν προφητειῶν, τήν ὥρα τῆς ἐπιτελέσεως ἐξαισίου θαύματος. Δένει δηλαδή τήν προφητεία μέ τό θαῦμα, ὥστε βλέποντας κάποιος τό θαῦμα νά πιστεύση στήν προφητεία, καί τοὔμπαλιν, βλέποντας ἐκπληρούμενη τήν προφητεία, νά πιστεύση στό θαῦμα: «Θαύματα προφητείαις συνάπτων (ὁ Χριστός) καί θάτερον θατέρῳ κατασκευάζων. Προςῆλθον Αὐτῷ ὁ λεπτός ποτέ καί ἐκαθάρθη, καί με’ἐκεῖνον πάλιν ὁ τοῦ ἑκατόνταρχου παῖς ἀπηλάγη τῆς χαλεπῆς ἀρρωστίας ἐκείνης (Ματ. η΄2), καί σημεῖα ταῦτα μεγάλα ἦν• ἀλλ’ ὅμως οὐκ ἔστη μέχρι τῶν σημείων, ἀλλά καί προφητείαν προστέθεικεν...: «Πολλοί ἀπό ἀνατολῶν καί δυσμῶν ἥξουσι καί ἀνακληθήσονται μετά Ἀβραάμ καί Ἰσαάκ καί Ἰακώβ• οἱ δέ υἱοί τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται ἔξω. Ταῦτα δέ ἔλεγε καί τήν τῶν ἐθνῶν ἐκκλησίαν καί τήν τῶν ἰουδαίων ἀποβολήν προαναφωνῶν. Τί γάρ ἄν εἴποι ὁ μετ’ αἰῶνας ἄπιστος, ὅτι Οὔκ ἐκαθάρθη ὁ λεπρός; Βλεπέτω τῆς προφητείας τήν ἀλήθειαν (=ἐπαλήθευση) καί ἀπό ταύτης καί τῷ σημείῳ πιστευέτω. Τί δ’ἄν εἴποιεν οἱ τότε ἰουδαῖοι; ὅτι ἅ προλέγει οὐκ ἔστιν ἀληθῆ; Ὁράτωσαν τόν λεπρόν καθαιρόμενον καί ἀπό τῶν ἀπ’ ἐκείνου γενομένων καί περί τῶν μελλόντων μή ἀπιστείτωσαν, μέγιστον λαμβάνοντες ἐνέχυρον ἐκεῖνοι μέν τῆς προφητείας τό σημεῖον, οἱ δέ νῦν του σημείου τήν προφητείαν. Εἶδες πῶς θάτερον διά θατέρου κατασκευάζεται;» (Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς Προφ. Ἠσαϊαν Ζ΄1 PG 56, 77). Ἐκ τῶν ἀνωτέρω συνάγεται ὅτι ὁ Χριστός μας ὑπῆρξε «ἀνήρ προφήτης δυνατός ἐν ἔργῳ καί λόγῳ» (Λουκ. κθ΄19• ζ΄16/ Ματ. κα΄11/ Ἰω. δ΄19• στ΄14), συνδυάζων τό Προφητικό ἀξίωμα μέ τήν ἐπιβολή τῆς πανιέρου προσωπικότητός Του καί τῶν σημείων τῶν πολλῶν ὧν ἐποίει (βλ. Ἰω. ια΄ 47). Οἱ προφητεῖες τοῦ Δεσπότου διανύουν ἅπαν τό βάθος τῆς Χριστιανικῆς διαιωνίας, ἐκτεινόμενες ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καί μέχρι τό μυστήριο τῆς ἐσχατικῆς ἡμέρας, ἐνῶ μᾶς ἀποκαλύπτονται οἱ ἐπιμέρους σταθμοί, οἱ προφητευθεῖσες ἐκβάσεις: ἡ κατάλυση τοῦ Ναοῦ• ἡ ἅλωση τῶν Ἱεροσολύμων• «Η διάδοση τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, σέ ὅλη τήν οἰκουμένη• ἡ ἐμφάνιση πολλῶν ψευδοχρίστων καί ψευδοπροφητῶν• τά ἐν οὐρανῷ καί ἐν γῆ σημεῖα• ἡ κληρονόμηση τῆς γῆς ὑπό τῶν πραέων καί τό ξέσπασμα ὀργῆς κατά τοῦ ἱσραήλ ὑπό πάντων τῶν ἐθνῶν («ὀργή τῷ λαῷ τούτῳ)• ἡ θεαματική ἐμφάνιση στόν οὐρανό τοῦ σημείου τοῦ Τιμίου Σταυροῦ• ἡ δευτέρα τοῦ Κυρίου Παρουσία (Ματ. κδ / Μαρ. ιγ΄/Λουκ. κα΄)...

Ἀνεφέρθησαν τροχάδην τά τρία ἀξιώματα τοῦ Κυρίου μας. Ὅμως ἡ ὑπόστασητοῦ ἐν παντί Ἀχωρήτου Θεοῦ δέν ἐξαντλεῖται μόνο σέ τοῦτα. Ὁ Χριστός μας ὁρίζεται καί Ποιμήν, καί Διδάσκαλος καί Καθηγητής καί Κριτής καί ἄλλα. Ἡ θεία Παντοκρατορία, ὡς ἀπείρως ὑπερβαίνουσα τά πάντα τῶν πάντων, γνωρίζεται φύσει ἀπεριχώρητος καί ὑπερώνυμος. Παρά ταῦτα ὁ Κύριός μας, ὤν ἀνενδεής, συγκαταβαίνει νά ὑποδυθῆ τά τρία ἀξιώματα, ὄχι μόνο πρός τά πάνω ἀλλά καί πρός τά κάτω. Σκεφθῆτε, ἐνῶ ἀναγνωρίζεται ὡς ὁ ἀρχέτυπος καί ἀρχικορυφαῖος «Βασιλεύς τῶν βασιλευόντων καί Κύριος τῶν κυριευόντων» (Α΄Τιμ. στ΄15), ὅμως ὑποτάσσεται σέ φθαρτές κοσμικές ἐξουσίες (Λουκ. β΄1-5/ Ματ. ιζ΄ 24-27/ Μαρ. ιδ΄46)• ἐνῶ δοξάζεται ὡς «ἀρχιερεύς μέγας» (Ἑβρ. δ΄14) καί «ἀρχιποιμήν», (Α΄Πετ. ε΄4), ὅμως αὐθυποβιβάζεται σέ «διακονοῦντα» (Ματ. κ΄28 / Μαρ. ι΄45 /Ἰω. ιγ΄4 ἑ.)• ἐνῶ ὁμολογεῖται «προφήτης μέγας»(Λουκ. ζ΄16), ὅμως ἐπιτρέπει ἀναγκαλισμό καί χειροθεσία ἀπό ἄλους προφῆτες (Λουκ. β΄28 /Μαρ. α΄9-11) ...

Μετά τά ἀνωτέρω ἐπιτρέπεται νά τεθῆ τό ἐρώτημα : Ὑπῆρξε, σέ ὅλο τό πανανθρώπινο εἶδος, φορέας ἄλλος τῶν τριῶν τούτων ἀξιωμάτων; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἀρνητικη, καθότι γνωρίζουμε φορεῖς μέχρι δύο ἀξιωμάτων : τόν Δαβίδ, προφήτη καί βασιλέα («Προφητάναξ»)• τόν Ζαχαρία, προφήτη καί ἀρχιερέα (Λουκ. α΄67)• ἀκόμα καί τόν ἀποτρόπαιο  ἐκεῖνο φαρισιουδαῖο• Καϊάφα, πού κατεστάθη  ἀρχιερεύς συνεπιφέρων ἐγγενές καί τό ἀξίωμα τοῦ προφήτου (Ἰω. ια΄49 -51). Λοιπόν κρίνετε, ἐάν ὁ Χριστός μας ἐπιτρέπεται νά καταταχθῆ μεταξύ τῶν ἄλλων θρησκευτικῶν μυστῶν, ἤ νά ὑψωθῆ ἐν πάςῃ τιμῇ, μοναδικός, κυριαρχικός καί ὑπεραναβατικός Θεάνθρωπος, μόνος Λυτρωτής καί Σωτήρ πάντων τῶν ἐπικαλουμένων Αὐτόν.

Τό θέμα τῶν πηγῶν, πού θέσατε στό ἐρώτημά σας, μᾶς πείθει νά μεταβοῦμε ἀπό τή Θεολογία στήν Ἱστορία, ἀντικείμενο ἐρεύνης ἐξίσου χρήσιμο, ὅπως τό προηγούμενο. Εἶναι παραδεκτό, ὅτι οἱ πηγές πού παρέχουν πληροφορίες σχετικά μέ τόν βίο πάντων τῶν θρησκευτικῶν ἀρχηγῶν, εἶναι πενιχρότατες, ἀνάξιες λόγου. Εἶναι καί πολύ μεταγενέστερες.

Ὅμως κοιτάξτε τά ἀφορῶντα τόν Ἀρχηγό τῆς ἡμετέρας Πίστεως. Πόσοι δέν ἐθέλχθησαν ἀπό τό μεγαλεῖο τῆς προσωπικότητος Αὐτοῦ, καί ὑπέστησαν, νά πῶ, ἔκταση, προθεωρῶντας τήν ἐπίσημη ἡμέρα τῆς θείας Ἐπιφανείας, ὅπως οἱ ἱεροί Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης -5.000 πρόσωπα, κατά τόν Blaise Pascal – πού προκατήγγειλαν παντοιοτρόπως τήν ἔλευση τοῦ Μεσσίου, προσδιορίζοντας αὐτήν ἀκόμα καί χρονολογικῶς. Ἤ ὅσοι ἐκλήθησαν νά δορυφορήσουν τήν ὑπερτελῆ Συνοδία, ζῶντας στά ἅγια τῶν ἁγίων τῆς ἀρχεγόνου Ἐκκλησίας, καί κρεμάμενοι ἀπό τήν παναγία μορφή καί φωνή τοῦ Χριστοῦ, πειρώμενοι νά συγγράψουν θεοπνεύστως τά κατ’ Αὐτόν, ὅπως οἱ τέσσερις Εὐαγγελιστές (ὁ Ματθαῖος, ὁ Μάρκος, ὁ Λουκᾶς, ὁ Ἰωάννης), ἤ οἱ Ἐπιστολογράφοι (Παῦλος, Ἰάκωβος, Πέτρος, Ἰούδας), ἤ οἱ λοιποί ἅγιοι Ἀπόστολοι, πού ἐπιβεβαίωσαν καί ἐκράτυναν τή Πίστη διά τοῦ αἵματός των. Ἐπίσης οἱ λεγόμενοι Ἀποστολικοί Πατέρες (Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας, Πολύκαρπος Σμύρνης, Βαρνάβας, Κλήμης Ρώμης, κ.ἄ), πού κατά τήν παιδική τους ἡλικία ἀξιώθηκαν μέ κάποια θεοφανείας δωρεά, ἤ καί ὁ Χριστός νά τούς ὑπέδειξε ὡς πρότυπα χριστιανικοῦ βίου, ὅπως τόν Ἅγιο Ἰγνάτιο. Ὁμοίως καί οἱ Ἀπολογητές – Κοδρᾶτος, Ἀριστείδης, Ἀθηναγόρας,  (οἱ Ἀθηναῖοι), Ἰουστῖνος, Μιλτιάδης, Θεόφιλος Ἀντιοχείας, Μελίτων Σάρδεων, Τερτυλιανός, Κυπριανός, Λακτάντιος, ὁ συγγραφεύς τῆς Πρός Διόγνητον ἐπιστολῆς --, πού ἔζησαν λίγο μετά τά κοσμοϊστορικά γεγονότα, πού ἔφεραν στήν ἀκοή τους τόν ἀπόηχο καί στούς ὀφθαλμούς τους τό μετείκασμα ἀπό τό συντελεσθέν μυστήριο ἐπί τῆς γῆς, τῆς κενώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καί τῆς διαδόσεως τοῦ κηρύγματος δηλονότι. Ἀλλά καί οἱ ἐκτός Ἐκκλησίας, καλούμενοι Ἐθνικοί, πού κατέλειπαν συγγράμματα, τοποθετημένοι, ἀπέναντι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς Πίστεως, οἱ μεν συμπαθῶς, οἱ δέ ἀγνωστικιστικῶς, οἱ δέ ἐχθρικῶς. Οἱ δύο Πλίνιοι, θεῖος καί ἀνηψιός, ὁ πρῶτος, τοῦ ὁποίου ὁ θάνατος ἐπισυνέβη κατά τό ἔτος 79, ἐξαιτίας τῆς ἐκρήξεως καί ἐκπομπῆς ἀερίων ἀπό τόν Βεζούβιο, καί ὁ δεύτερος, πού ἔγραψε ἐπιστολή πρός Τραϊανό, τό 111• ὁ ἰουδαϊκῆς καταγωγῆς Ἰώσηπος, πού γεννήθηκε κατά τό 36 μ.Χ. καί πέθανε κατά τό 98• ὁ Τάκιτος (50-120)• ὁ ‘Επίκτητος (120)• «ο Σουητώνιος (117- 160)• «ὁ Ἀπουλήιος (137- 161)• ὁ Λουκιανός (165-167)• ὁ Κέλσος (177-178)... Ἔγραψαν καί αὐτοκράτορες, πού σημαίνει ὅτι ὁ Χριστός, κείμενος «εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν πολλῶν» καί «σημεῖον ἀντιλεγόμενον» (Λουκ. β΄34), καί ἡ Διδασκαλία Αὐτοῦ, ἡ ἀντιμετωπιζόμενη ὡς «σκάνδαλον», ὡς «μωρία», ἤ ὡς «Θεοῦ δύναμις καί Θεοῦ σοφία» (Α΄Κορ. α΄24), ἄρχισε νά ἀπασχολεῖ εὐθύς ἐξ ἀρχῆς τήν κρατική ἐξουσία, ὡς κάτι τό ἐπινδυνο, μᾶλλον, παρά τό εὐεργετικό : Τραϊανός (112), Ἀνδριανός (121), Ἀντωνῖνος Πῖος (137 -161), Μάρκος Αύρήλιος (161 -177)... (βλ. Κ. Σιαμάκη, Ἐξωχριστιανικές μαρτυρίες γιά τό Χριστό καί τούς Χριστιανούς, Θν/κη 1995).

Δέν παραθεωροῦμε καί τά βουνά τῶν χειρογράφων, διά τῶν ὁποίων μεταδίδεται ἡ γνώση τοῦ Πιστεύματός μας. Πῶς, παρόλη τή λαίλαπα τῶν ἐπιβουλῶν καί τῶν διωγμῶν, ἀνεπτύχθη χειρόγραφη παράδοση, τοιαύτης διαρκείας, ὥστε τό ἀρχαιότερο ἀπόσπασμα Εὐαγγελίου νά ἀνάγεται στό τέλος τοῦ Α΄ αἰ., ὥστε νά ἀποτελῆ καί τό στέμμα τῆς Καινοδιαθηκικῆς χειρογράφου παραδόσεως.

Ἀναμφιβόλως μεταξύ τῶν πηγῶν καταλέγονται καί τά τεκμήρια, ἀπό τίς ἱστορικές ἐκβάσεις διαμορφωμένα ἤ εὔγλωττα καί κραυγαλέα, τά ὁποῖα καί διέπουν τή ζωή τῶν ἐθνῶν. Ταῦτα ἀποτελοῦν τόν κόσμο τῶν ἐπιχειρημάτων, ὅσον ἀφορᾶ τά ἡμέτερα Σέβη, πῶς ἐπί δύο χιλιάδες ἔτη, μέ τη θερμουργό καί φωτεινή ἐπενέργειά τους, διαλύουν τά νέφη καί τήν παγωνιά ἀπό τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων. Φυσικά στόν ρηχῶς σκεπτόμενο ἄνθρωπο ἀνεβαίνουν λογισμοί σκανδαλώδεις πῶς ἡ θρησκεία τοῦ ἐλέους καί τῆς ἀγάπης κατατέμνεται σέ ἀμέτρητες αἱρέσεις, σχίσματα καί σέκτες. Τό φαινόμεν τοῦτο, πού δέν παρατηρεῖται σέ καμιά ἄλλη θρησκεία, ἐκτός πού παρέχει, ὡς μή ὤφειλε, ξένη ὑφή, θέτει καί τό ἐρώτημα, Ποιός ὁ ἐπίβουλος πού βρίσκεται ὄπισθεν; Θά πῆτε : Ὁ δαίμων. Ὅμως πρέπει νά διευκρινισθῆ πώς ὁ Θεός ἔσπειρε «καλόν σπέρμα ἐν τῷ ἀγρῶ», πλήν «ἐχθρός ἄνθρωπος» ἔσπειρε ζιζάνια (Ματ. ιγ΄24 - 28), ὑποβοηθοῦντος τοῦ διαβόλου. Ζιζάνια εἶναι ἡ βλασφημία, ἡ αἵρεση, ἡ διχοστασία. Αὐτός δέ πού τά καλλιεργεῖ εἶναι ὀ ἰουδαῖος, «ὁ καθ’ἐκάστην ἡμέραν τόν Χριστόν βλασφημῶν» (Μ. Βασίλειος).

Δημιουργός τῶν αἱρέσεων εἶναι ὁ ἰουδαῖος, ὅπως διαπιστώνεται ἀπό τή μελέτη τῆς ἱστορικῆς διαδρομῆς τοῦ γνωστικισμοῦ, τοῦ ἀρειανισμοῦ, τοῦ νεστοριανισμοῦ, τῆς εἰκονομαχίας, τοῦ καλβινισμοῦ, τοῦ γιεχωβιτισμοῦ, τοῦ οἰκουμενισμοῦ. Ἐξακριβωμένα.

Ὅθεν ἐκεῖνος ὁ ἀχρίστιανος βάρβαρος ἀνατολίτης Τατιανός, τοῦ Β΄αἰ., πού προπαγάνδιζε ὅτι ὅλες οἱ αἱρέσεις προέρχονται ἀπό τούς Ἕλληνες, ἐνεργεῖ ἀντιπερισπαστικῶς, μέ σκοπό νά θέσει τούς ἐμπνευστές του ἰουδαίους στό ἀπυρόβλητο. Ἄν δέν εἶναι καί ὁ ἴδιος ἰουδαῖος....

Ἀναρρωτηθήκατε ποτέ, Γιατί δέν βλασφημεῖται κανείς θρησκευτικός ἀρχηγός, παρά μόνο ὁ δικός μας λατρευτός Θεός; Οὔτε πού ἀκούστηκε ποτέ, βλάφημο στόμα νά ἐκτοξεύη ἀνενδοιάστως ὕβρεις βεβηλωτικές καί βλάσφημες ἐναντίον ἐκείνου πού λατρεύει. Ποιός ὑποκινεῖ βοθρικά στόματα νά ἀσεβοῦν πρός τό πανυπέρτιμο ὄνομα τοῦ Κυρίου μας; Τοῦτο δέν σημαίνει ὅτι ἡ διαβολική στρατιά ἐχθρεύεται αὐτό τό Ὄνομα; Στο καρποφόρο δένδρο ρίχνουν πετριές! Εἴδατε ποτέ μοχθηρά κακοποιημένο κανένα θρησκευτικό σύμβολο, πλήν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ (Φιλ. γ΄18), στά κανάλια τους, ὅταν προβάλλουν ἀκατάλληλες ταινίες, νά τίς σηματοδοτοῦν μέ ἕναν κόκκινο σταυρό (Χ), πού δέν εἶναι Χ;  Τό ἴδιο τοῦτο πανίερο Σύμβολο, πού ἐλευθερώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν πνευματική δουλεία, τυπούμενο κατά πως πρέπει, τό θέτουν σέ δοχεῖα μέ τοξικά ἀπόβλητα καί σέ ὅ,τι αἴσθημα ἀποστροφῆς! Ἔχετε παρατηρήσει πώς ποτέ δέν παρουσιάζεται, λέω διεθνῶς, ἕνας ἐκπρόσωπος ξένου θρησκεύματος, ἐμπλεκόμενος σέ κάποιο σκάνδαλο; Πῶς συμβαίνει οἱ δύο σαπρογόνες βίβλοι, τό ταλμούδ καί τό κοράνιο, νά συνιστοῦν στούς ραμπίνους τους καί τούς μολλάδες τους νά διαφθείρουν μέχρι καί τρίχρονα παιδάκια• ἀναρρωτηθῆτε, Γιατί ποτέ δέν δημοσιεύονται τά ὀνόματα τῶν λεγομένων «παιδοφίλων», παιδοφθορέων σαφῶς καί νά μή γίνεται καμιά ἀναφορά, ἐνῶ ἄν ἀκουστεῖ κάποιο σκάνδαλο, ἀσφαλῶς καταδικαστέο, τοῦ Χριστιανικοῦ κλήρου -- ὅπως μέ τό σκάνδαλο παπικῶν ἱερέων, πού βουίζουν ἐπί μῆνες τά fora – δίδεται μεγάλη δημοσότης; Δέν θά πρέπει νά ἀντιμετωπίζονται, καί οἱ μέν καί οἱ δέ, ἐπί ἴσοις ὅροις; δέν θά πρέπει οἱ ἐν σκότει ἀσελγοῦντες νά ἀποκαλυφθοῦν, ἐπί τέλους;
Μεταβαίνουμε σέ μία ἄλλη ὑπόθεση, ἄκρως σημαντική. Θά ἀναφερθοῦμε στό «θαῦμα», καλούμενο, έπίσης «θαυμάσιον», «παράδοξον», «ἔργον», «δύναμις», «σημεῖον», «τέρας». Ὑπό τούς ὅρους τούτους νοοῦνται ὑερφυσικές ἐνέργειες πού ἐκπορεύοται ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς ἐπιπλέον εὐεργετικά καί εὐλογητικά δωρήματα, ἐπί συγκεκριμένου ἀνθρώπου,  ἤ ὁμάδος, ἤ πλήθους ἀνθρώπων (ὁ τυφλός, οἱ δέκα λεπροί, οἱ πέντε χιλιάδες ἄνδρες : Μαρ. ι΄46, Λουκ. ιζ΄12, Ἰω. στ΄9). Ὅλα τοῦτα τά ὑπερφυῆ μυστήρια δέν ἀποκαθιστοῦν τήν ἅπαξ παραδοθεῖσα νομοτέλεια τοῦ Δημιουργικοῦ προστάγματος, πού κατεκλείσθη μέ τό «καλά λίαν» (Γεν.α΄31), ἀλλ’ἀποτελοῦν ἐπανορθώσεις, πού προξενήθησαν, λόγῳ κακῆς χρήσεως τῆς ἐλευθερίας (βλ. Ἰω. ε΄14), ἤ αὐθαιρέτου παρεμβάσεως (βλ. Ματ. ιγ΄39), ἤ συνέβησαν ἐκ πίστεως τοῦ ὑπευθύνως καί ἐλευθέρως ἐνεργοῦντος πιστοῦ (βλ. Μαρ. ια΄23), ἤ ἀποτελοῦν ἀπάντηση σέ ἐπικλήσεις πασχόντων (βλ. Ἰω. ιζ΄13/ Ματ. ιε΄28), ἤ γίνονται ὑπέρ θαυμασμοῦ καί δοξασμοῦ τῶν ὁρώντων (Ἰω. ια΄4). Τά θαύματα, μυστικά καί φανερά, πού ὁ Κύριος ἡμῶν διέπραξε, «Ὅς διῆλθεν εὐεργετῶν καί ἰώμενος πάντας τούς καταδυνα-στευομένους ὑπό τοῦ διαβόλου» (Πρ. ι΄38), εἶναι ἀπειράριθμα, άφοῦ διά μιᾶς θεραπεύοντο σύνολα ἀνθρώπων : «Καί προςῆλθον Αὐτῷ ὄχλοι πολλοί ἔχοντες μεθ’ ἐαυτῶν χωλούς, τυφλούς, κωφούς, κυλλούς καί ἑτέρους πολλούς, καί ἔρριψαν αὐτούς παρά τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καί ἐθεράπευσεν αὐτούς» (Ματ. ιε΄30• δ΄23-24/ Λουκ. ζ΄21 -22• δ΄40 -41/ Μαρ. στ΄55 -56) καί ταῦτα πάντα ὄχι μόνο περιγράφονται ἁπλῶς ἀλλά καί προκαταγγέλλονται, αἰῶνες πρίν (βλ. Ἠσ. λε΄5-6• μβ΄7! Ἰωήλ γ΄). Τά παρατιθέμενα στά Εὐαγγέλια θαύματα μᾶς ἐπιτρέπουν νά γνωρίσουμε τήν εὐεργετική δύναμη τοῦ Εὐεργέτου, Ὅστις, Σωτήρ γλυκύτατος καί οἰκτίρμων δέν προβαίνει σέ θαυματουργίες πρός τό θεαθῆναι. Ὁ Χριστός ἐλεεῖ διά τῶν θαυμάτων Του, δέν ματαιοδοξεῖ. Τοῦ ζητοῦν προκλητικά οἱ ἰουδαῖοι νά θαυματουργήσει ἐπί τοῦ σταυροῦ : Ἐάν, ὅπως ἰσχυρίζεσαι, εἶσαι υἱός τοῦ Θεοῦ, κατέβα ἀπό τόν σταυρό (Ματ. κζ΄40-44)• Τόν προκαλοῦν οἱ φαρισαῖοι καί οἱ σαδδουκαῖοι, νά τούς παρουσιάσει ἐξαίσιο θαῦμα ἀπό τόν οὐρανό, καί Αὐτός ἀποποιεῖται (Ματ. ιστ΄1-4). Καί ὁ Ἠρώδης ἤλπιζε νά δεῖ κάποιο σημεῖο ἀπό τόν Χριστό, τό ἴδιο καί ἡ Σαμαρεῖτις μᾶλλον (Λουκ. κγ΄8/ Ἰω. δ΄15). Ὅλα δέ τά θαύματά Του, τά καταγεγραμμένα στά Εὐαγγέλια, ἀνερχόμενα σέ σαράντα, εἶναι κατάμεστα θείου ἐλέους.

Τά θαύματα συνεχίζουν, ἐπί αἰῶνες, νά ἐπιτελοῦνται, διά ὀνόματος, ἐν καί ἐπί τῷ ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ. Σκεφθῆτε τό μνημείον τοῦ θεοδαίγμονος Τάφου στά Ἱεροσόλυμα, πῶς, παρά τήν ἀσεβῆ παρουσία κάποιων ἡμετέρων τοῦ καλουμένου «Τάγματος»• παρά τήν ἐπεκτατική καί δολοπλόκο συμμετοχή τῶν αἱρετικῶν• παρά τήν ἐπίβουλη προστασία τῶν παροδικῶν ἐξουσιαστῶν (ἰουδαίων καί μουσουλμάνων), ὁ ζωηφόρος Τάφος, κενό μνημεῖο, ἐκπέμπει Φῶς, παρέχων πλούσια ἐλέη, ἰάματα καί δωρήματα ἄπειρα. Διήκουσα μία ἱστορία ἐξαίσια καί θά ῆταν ἄδικο νά τήν ἀπέκρυπτα. Μία μητέρα ὁδηγεῖ τό δεκαετές τέκνο της στόν Πανάγκο Τάφο, νά ἀκουμπήσει τό μέτωπό του ἐπ’Αὐτοῦ. Τό παιδί εἶναι τυφλό, μέ τίς κόγχες του ἄδειες νά χάσκουν ἀποκρουστικά σάν τόν ἅδη. Ὕστερα ἀπό λίγα δευτερόλεπτα τό παιδί ἀναφωνεῖ ὅτι βλέπει. Θάμβος καί ἔκσταση ἐπέπεσε στούς παρισταμένους. Ἔλεγε ὁ φύλακας τοῦ Τάφου, ὅτι Τόσο φωτεινά, γαλανά μάτια δέν εἶδα ποτέ μου!

Μετά ταῦτα μᾶς παρέχεται τό δικαίωμα νά ρωτήσουμε εὐθέως ὅλα τά θρησκεύματα, ἐάν ὁ ἀρχηγός τους ἔχει ἐπιδείξει, ἔστω, ἕνα θαῦμα• ἐάν ὁ τάφος τους παρέχει ποταμούς θαυμάτων, ὅπως τοῦ Δεσπότου μας. Θέλουμε, ἀκόμα, νά τούς ρωτήσουμε, ἐάν ὁ ἀρχηγός τους εἶχε τή δυνατότητα νά μεταδώσει κάποιο ἰαματικό χάρισμα σέ κάποιους ἀπό τούς θρησκευτές του. Δέν πρέπει νά μᾶς διαφεύγει : ἡ δυναμική τοῦ θαύματος δέν ἐξαντλεῖται μόνο ἐπί τοῦ Χριστοῦ, διότι ὁ Κύριός μας δοξάζει τόν πιστό Του καί εὐδοκεῖ νά κάνη θαύματα μεγαλύτερα Ἐκείνου καί νά Τόν ἐπισκιάζει, καθώς εἶπε, ὅτι «Ὁ πιστεών εἰς Ἐμέ, τά ἔργα ἅ Ἐγώ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καί μείζονα τούτων ποιήσει» (Ἰω. ιδ΄12). Πίστη ἐνεργός, νά ἐξικνεῖται μέχρι καί τοῦ «ὄρη μεθιστάνειν»(Α΄Κορ. ιγ΄2/ Ματ. ιζ΄20• κα΄21/ Μαρ. ια΄23)!

Αὐτά ἐμεῖς οἱ χριστιανοί ἐπιτυγχάνουμε, ὅταν πιστεύουμε ἀραδάντως στόν Σωτῆρα μας, διότι μόνο Αύτός ἐνεργεῖ ὡς θελκτικό καί ἀκατάλυτο Ἀρχέτυπο, ὑποδεικνύων ἀρετές καινοφανεῖς, παράδοξες, πρωτάκουστες, δι’ὧν ἀναιρεῖται ἡ οἴηση, ἡ ἔπαρση καί ὁ κομπασμός. Εἶπε γάρ ὁ Ἠγαπημένος, ὅτι «Μάθετε ἀπ’ Ἐμοῦ, ὅτι πρᾶος εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ» (Ματ. ια΄29). Νά ἐγκαταλείψουμε τόν φωτισμό τῶν ψυχῶν μας καί νά πορευθοῦμε σέ θεούς ἀλλοτρίους, ἀποβάλλοντας τήν εἰρήνη καί εἰσάγοντας τήν ταραχή; Μή γένοιτο!

Τελειώνοντας μέ τά θαύματα,  νά ἐκθέσουμε μία τελευταία ἀλήθεια διαπιστωμένη. Οἱ πρό Χριστοῦ ἱδρυτές θρησκειῶν δέν ἀπετόλμησαν νά παρρησιασθοῦν θαυματουργικῶς. Ὅμως ὅσοι ἐμφανίστηκαν μετά Χριστόν, διεκδικῶντας τήν ἵδρυση μιᾶς ἐπιπλέον θεομπαξίας, τούτους οἱ ὀπαδοί τους ἐπεδίωξαν νά ἐπιβάλουν ὡς θαυματουργούς, μέ μόνο κίνητρο τήν ἐκτόπιση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τήν ἀντικατάστασή Του ἀπό θρησκόληπτους τσαρλατάνους. Οὕτω ἡ ἑλληνική θρησκεία προτείνει Ἀπολλώνιο τόν Τυανέα (ὁ Φιλόστρατος καί κατόπιν ὁ Ἱεροκλῆς)• τό δέ βοθρολυματικό ἰσλάμ προτείνει, καί ἐπιβάλλει διά σιδήρου, τόν ρεμπεσκέ καμηλιέρη τῆς Ἀραβίας ὡς θαυματοποιό.

Ἡ πανσεβάσμιος Πίστις μας, καταβαίνουσα πρός ἡμᾶς, κομίζει σύν τόν λυτρωμό καί τήν ἀνωτερότητα τοῦ βίου• σύν τόν καθαρμό καί τόν φωτισμό• σύν τήν ὑψηλῆς ποιότητος καί θείας μεταρσιώσεως λατρεία καί τήν (διακρινόμενη σέ εὐχαριστήριο, δοξολογικό καί παρακλητικό πρόβλημα) προσευχή• σύν τά ἔργα εὐποιίας καί τήν ένσυνείδητη (μέχρι αὐτοθυσίας) ἀγάπη• σύν τήν κραταιά ἐπιχιρηματολογία• σύν τήν πρωτολογική θεολογία καί τήν ἐσχατολογική ἀποκάλυψη. Θά ἄξιζε νά τά προσεγγίζαμε ἐπί μέρους ὅλα τοῦτα, ὅμως κρίνουμε πώς μέ τό νά θίξουμε τό θέμα «Ἐσχατολογία» δίδονται ἀπαντήσεις σέ ὅλες τίς διαστάσεις πού ἀφοροῦν τό πρόβλημα τῆς πορείας τοῦ κόσμου καί τήν ἀπάντηση πού παρέχουν οἱ ποικόλες θρησκεῖες, εἰδικά στό σημεῖο τῆς ἐλεύσεως τοῦ μεσσία τους.

Ἡ ἐσχατολογία ἀναμφιβόλως συνδέεται μέ τήν ἐμφάνιση τοῦ Μεσσία. Παρ’ ἡμῖν τοῦτο εἶναι ἐναργέστατο : οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης διακατέχονται ἀπό ἔντονη νοσταλγία – «ἀποκαραδοκία» ὀνομάζεται γενικῶς (Ρωμ. η΄19 /Φιλ. α΄20)--, περιγράφουν δέ τήν παρουσία Αὐτοῦ μέ σχῆμα ταπεινό, ὡς ὁ πάσχων Ἐλευθερωτής• τοῦτο θεολογικῶς καλεῖται «κένωσις». Μετά τήν ἔλευση τοῦ καθ’ἡμῶν Μεσσία καί τήν ἐγκαθίδρυση τῆς ἐπί γῆς βασιλείας Του, οἱ πιστοί ἀναμένουμε τή μεγαλειώδη καί φρικτή ἔλευσή Του – «Δευτέρα Παρουσία» τήν ὀνομάζουμε—πού ὅμως προηγοῦνται αὐτῆς πολλά κοσμογονικά ἐσόμενα. Μᾶς ἐπιτρέπεται νά ποῦμε πώς ἡ Χριστιανική ἐσχατολογία ἄρχισε ἐκεῖ πού σταμάτησε ἡ Παλαιοδιαθηκική («Πάντες οἱ προφῆται καί ὁ νόμος ἕως Ἰωάννου προεφήτευσαν», Ματ. ια΄13)• ἄρχισε ἀπό τή γέννηση τοῦ Σωτῆρος καί ὁλοκληρώνεται ὅταν ἐν τέλει τῶν αἰώνων, ὁ Υἱός «παραδῷ τήν βασιλείαν τῷ Θεῷ καί Πατρί, ὅταν καταργήση πᾶσαν ἀρχήν καί πᾶσαν ἐξουσίαν καί δύναμιν» (Α΄Κορ. ιε΄24).

Τά λοιπά θρησκεύματα (Κίνας, Ἰνδιῶν, Βαβυλωνίας, Περσίας, Ἑλλάδος, Ρώμης Ἀβορίγινες), ἐκτός τοῦ ταλμουδικοῦ ἰουδαϊσμοῦ καί τοῦ μωαμεθανισμοῦ, ἔχουν προβεῖ σέ ἁχνή διαζωγράφιση τοῦ μεσσία, ἀποτυπώνοντας ἐπί τῆς προσωπικότητός του τούς πανανθρωπίνους πόθους τοῦ λυτρωμοῦ, τῆς εἰρήνης, τῆς δικαιοσύνης. Ὅμως ἄν καί ὁ ἀληθινός Μεσσίας ἦρθε καί μᾶς χάρισε πᾶν ἀγαθόν, τά θρησκεύματα συνεχίζουν νά άναμένουν τόν μεσσία, ἐκτοπίζοντας στήν ἠθελημένη ἄγνοια τόν πραγματικό Ἀπεσταλμένο. Καί διατελοῦν σέ ἀναμονή, μέχρι σήμερα, πράγμα πού θά τούς ὑποχρεώσει στήν ἀποδοχή τοῦ Πιθήκου—μεσσία τοῦ ἱσραήλ. Δέν παρορᾶται, οἱ ἀνατολικές θρησκεῖες περιγράφουν τόν μεσσία νοσταλγικῶς, ὡς νικητή τοῦ κακοῦ, ἀσυμβίβαστο δικαιοκρίτη, καί ὑπερασπιστή τῶν ἀδικουμένων. Σκέφτομαι, τώρα, μέ τήν ἐπερχόμενη καταστροφή τοῦ πλανήτη μας – ποιός λογικόφρων δέν βλέπει ὅλα νά συγκλίνουν στήν καταστροφή τῆς γῆς καί τό προοπτικό βάθος ζωῆς δέν ἐξικνεῖται παρά στό ἐγγύς μέλλον, -- νά εἴχαμε τή δύναμη νά διεγείραμε τούς θρήσκους τῆς Ἀνατολῆς• νά τούς ποῦμε ὅτι ὁ καιρός τῆς μεσσιανικῆς προσμονῆς παρῆλθε. Νά ἔρθει ὁ μεσσίας σας τώρα, πού ὅλα ἔχουν ἐκτραχηλισθεῖ καί ὁ πλανήτης πορεύεται στή δύση του, τί νά κάνη;  Νά εὔχονται καλύτερα νά μήν ἔρθει, διότι, ἄν αὐτό συμβεῖ θά βάλουν στούς ὤμους τους ἕνα γουροῦνι πού δέν θά κατορθώσουν νά τό πετάξουν ἀπό τούς ὤμους τους ποτέ! Ποῦ νά γνωρίζουν ὅτι ὁ μεσσίας τους εἶναι ἕνας Rothschild, πού σκοπό ἔχει νά τούς ἐπιβάλει τήν πιό πικρή τυραννία....

Λοιπόν, ἐάν τά θρησκεύματα ἀποκτήσουν ποτέ διάθεση νά τεθῆ ἐπί τάπητος τό θέμα τοῦ μεσσία τους, καί γίνει συζήτηση, ὄχι κατά πῶς κατευθύνει ὁ διαβολικός οἰκουμενισμός, τότε εἶναι βέβαιο πώς οἱ ἁπλοῖ θρῆσκοι θά πεισθοῦν. Ἡ Πίστη μας ποιός δεν τό γνωρίζει δά, διαθέτει ἀκατανίκητη ἐπιχειρηματολογία καί ὑπεροχική θαυματουργία. Ἐπειδή φρονοῦμεν πώς ἡ ξηρά παράθεση ἐπιχειρημάτων, κατά τό «Οὔ μέ πείσης, κἄν με πείσης», δέν κρίνεται τό καταλληλότερο ἐργαλεῖο, γιά τή μετάθεση κάποιου ἀπό τό σκότος στό φῶς, προτείνουμε τόπους, ἔνθα τελεσιουργοῦνται μυστήρια ἐξαίσια, ἱκανά νά πείσουν καί τόν πλέον σκληροκάρδιο καί ἄπιστο. Ὁ Χριστιανισμός, παρά τή διάσπασή του, ἀπόδειξη μέν τῆς οὐρανίου ὑφῆς καί τοῦ μίσους δέ τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων, ἔχει νά ἐπιδείξει τόπους, ἔνθα ἐπιτελοῦνται θαύματα ἀκατανόητα σέ ὅποια ἄλλη θρησκεία (βλ. Πανάγιο Τάφο, Παναγία τῆς Τήνου, Βαλουκλῆ, Ἅγιος Ραφαήλ, Ἅγιος Νεκτάριος, Ἅγιος Λουκᾶς Κριμαίας, Λούρφη, Φατιμά...).

Ἐπιχειρήματα καί θαύματα, παρά τή συντριπτική ἀποδεικτικότητά τους, πρέπει νά ξέρουμε πώς δέν εἶναι ἀρκετά νά συντελέσουν στή μεταστροφή ἀνθρώπου τινός στόν Χριστιανισμό, ἀφοῦ ἡ καθ’ἡμᾶς Πίστις  δέν εἶναι μόνο πειθώ, πολλῷ μᾶλλον δέν εἶναι παραπειθώ. Ἐνδέχεται μία ψυχή νά μήν ἔχει ποτέ της διαλεχθῆ καταστρώνουσα ἐπιχειρήματα, ἤ νά μή ἄκουσε περί θαύματος, καί ὅμως νά συνάντησε τόν Χριστό σέ μία ὅλως ἰδιαίτερη διαδρομή καί αὐτή νά ὑπῆρξε τόσο συγκλονιστική, ὥστε νά κυριαρχήσει σέ μεταστροφή ἀλλιοώσεως πνευματικῆς καί σέ θαυμασμό μέχρις ἐκστάσεως. Γνωρίζω μία ὑπόθεση πού θαυμασμό καί κλόνο προξενεῖ. Μονάδα ἀψήφιστη, χαμένος μέσα στόν ὠκεανό τοῦ Κινέζικου πλήθους νεαρός Κινέζος βρίσκει σανίδα σωτηρίας στόν ἕλληνα λόγο καί δἰ’αὐτοῦ μετοχετεύει στήν ψυχή του βιώματα Ὀρθοδόξου ταυτίσεως. Καί ἔρχεται στή Ἑλλάδα ὅπου βαπτίζεται, ἐκστασιαζόμενος μέ τό γεγονός τῆς ἀπερινοήτου συναντήσεως μετά τοῦ Ἠγαπημένου. Πολλές οἱ παρόμοιες περιπτώσεις, ὅσες ἔγιναν γνωστές καί ὅλες τους συγκλονιστικές προξενοῦν δέος καί ἀφωνία.

Ἀναμφίβολα ἡ προσέλευση τινός στόν Χριστιανισμό κρίνεται, ἀπό μόνο του, μέγιστον θαῦμα. Ἐπ’αὐτοῦ παρατηροῦμε νά συγκλίνυν μυστηριωδῶς ἡ θεία κλήση, τό κάλεσμα ἀπό τόν Θεό δηλαδή, ἀναφερόμενο σέ πολλά σημεῖα της Ἁγίας Γραφῆς (βλ. Ματ. θ΄13• ιά 28/ Ἰω. στ΄37, 44, 65• ζ΄37) καί ἡ κλίση τοῦ ἀνθρώπου, ἀπάντηση βεβαιωτική στό θεῖο κάλεσμα (Ματ. δ΄20/ Ἰω. ιδ΄23/ Ἀπ. γ΄20). Ἐδῶ νά δῆτε πῶς ἐξαφανίζεται τό θηριῶδες τῆς ψυχῆς• πῶς ἐπιτυγχάνεται ἀγνώστως μεταστοιχείωση τῶν ἐπιθυμιῶν καί δυνάμεων τῆς ψυχῆς• πῶς γίνεται εἰρηνικά ἡ «ἐγκέντρισις» (βλ. Ρωμ. ια΄17) σέ δένδρο ἀγαθό• πῶς μυστικοί κτύποι τῶν ἐσωκαρδίων καί ἐσωψύχων πεδίων ἀκούγονται βροντεροί μέχρι τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ. Ἀντιλαμβάνεστε αὐτή ἡ κλήση, πού οὔτε κἄν ὑποψιάζονται τά λοιπά θρησκεύματα, ἀποτελεῖ τήν ὑψίστη τιμή πού ἔγινε ποτέ σέ ἄνθρωπο, νά τόν καλέσει ὁ Βασιλεύς τῶν οὐρανῶν στή σωτηρία, στήν ἀποκατάσταση τῆς παραδεισίου δόξης, συνεπαγομένης τήν υἱοθεία. Στιγμές βιωματικά ἔντονες, ὑπερόχου πνευματικοῦ κάλλους καί θαυμασιακῆς ἐντάσεως. Τίς φλογερές τοῦτες, συνάμα καί ἀναψυκτικές, βιώσεις μποροῦμε νά τίς κατανοήσουμε ἀναγόμενοι σέ ἄλλες στιγμές τοῦ Χριστιανικοῦ βίου, ὅπως τήν πορεία πρός τό βάπτισμα• τήν τελείωση μιᾶς πυρπνόυ βιοτῆς, διά τοῦ μαρτυρίου• τή διέξοδο, ἀπό τήν ἀναζήτηση τοῦ Ἐρωμένου, στήν ἀνάπαυση τῆς μοναστικῆς κουρᾶς• τή φρικτή, συνάμα καί γηθόσυνη χαρμονή τῆς μεταλήψεως τῶν Ἁγιασμάτων• τή στιγμή τῆς μεταστάσεως ἀπό τόν τόπο τῆς φθορᾶς καί τοῦ κλαυθμοῦ, στή χώρα τῆς ἀφθαρσίας καί τῆς εὐφροσύνης....

Γνωρίζει κανείς ἄλλο θρήσκευμα, πού ὡς «σίφων οὐράνιος» κατά τήν ἐπιτυχῆ παρομοίωση τοῦ Ἁγίου Πατρός Ἰωάννου τῆς Κλίμακος (ΚΕ΄63), νά ὑψώνει ἀπό γῆς μέχρι τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ τούς πιστούς; Γνωρίζει;

2 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

σα να διαβαζω εγχειριδιο της ΚΝΕ!!!!!!

>καί «ἔχει μισθαποδοσίαν μεγάλην» <

δωσε και μενα μπαρμπα!!!!!!

10 Απριλίου 2011 - 2:13 μ.μ.
Ανώνυμος είπε...

Δεν ειναι η μισθαποδοσία που νομίζεις. Ο καθένας με το μυαλό και την πνευματική κατάσταση που έχει τα καταλαβαίνει αναλόγως...Εσυ πχ σου θεμιζει ΚΝΕ...ε τι να πουμε εμείς...παμε πάσο!!!

22 Νοεμβρίου 2011 - 12:56 μ.μ.

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ έκφράζεστε κοσμίως